Stamoulis Publications Home Page

Ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο
εκδόσεις βιβλίων


Πατήστε εδώ για να μεταβείτε στην αρχική σελίδα των Εκδόσεων Σταμούλη Πατήστε εδώ για να εγγραφείτε στο e-shop και να κάνετε τις αγορές σας Είσοδος Πατήστε εδώ για να δείτε τη λίστα με τα προϊόντα που έχετε αποθηκεύσει Πατήστε εδώ για να τροποποιήσετε στοιχεία του λογαριασμού σας. Επικοινωνία
Αρχική Εγγραφή Είσοδος Λίστα Λογαριασμός Επικοινωνία
Αναζήτηση Σύνθετη Αναζήτηση
το καλάθι περιέχει
0 προϊόντα
Πατήστε εδώ για να δείτε τα περιεχόμενα του καλαθιού και να ολοκληρώσετε την παραγγελία σας.
επιλογή γλώσσας Ελληνικά English
Εγγραφή στην ηλεκτρονική μας ενημέρωση
Κατηγορίες
 
eBooks
 
 
Οικονομία & Διοίκηση
 
 
Γεωτεχνικές Επιστήμες
 
 
Εφηβικά
 
 
Θεολογία
 
 
Παιδικά
 
 
Θετικές Επιστήμες
 
 
Περιβάλλον - Ενέργεια
 
 
Ιατρική
 
 
Πληροφορική - Τεχνολογία
 
 
Δίκαιο
 
 
Εκπαίδευση - Κατάρτιση
 
 
Κοινωνικές Επιστήμες
 
 
Λεξικά
 
 
Διάφορα
 
 
Ιστορία - Λαογραφία
 
 
Μαγειρική
 
 
Πολιτική
 
 
Λογοτεχνία
 
 
Ανθοδετική
 
 
Πανεπιστημιακά
 
Οι εκδόσεις μας
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
RapidSSL
Google+

Αρχική > Άρθρα > Free Chapter > Γιορτινά Αφηγήματα


Γιορτινά Αφηγήματα

Ημερομηνία: 19/12/2013
 
Γιορτινά Αφηγήματα

Τι καιρός ήταν ετούτος παραµονή του Χριστού! Έτσουζε το κρύο, λυσσοµανούσε ο αέρας, άστραφτε και βρόνταγε ο ουρανός, έπεφτε η βροχή µε το τουλούµι, βόγκαγε κι άφριζε η θάλασσα.

Ψυχή ζώσα δεν αντάµωνες στα σοκάκια του νησιού. Κι αν κάποιος άντρας ξεµύταγε απ’ το κονάκι του, το ’κανε µόνο και µόνο για να χωθεί στον καφενέ του Γυαλίνου.

Έτσι τρύπωσε κι ο Νικόλας ο Τρανός στον καφενέ. Μουσκεµένος ως το κόκκαλο, µε τις γαλότσες του γεµάτες νερό και το κασκέτο του να στάζει.

Ο καφενές την ώρα εκείνη ήταν ασφυκτικά γεµάτος από θεριακλήδες ναυτικούς. Πίνανε τον καφέ τους ή το ζεστό τους τσάι, που µοσχοβόλαγε ρακί και µέλι, και κουβέντιαζαν για τον καιρό.

Το βλέµµα του καφετζή, που ολοένα σβέλτο και πεταχτό έριχνε κλεφτές µατιές στους θαµώνες για να προκάµει τις επιθυµίες και τις προσταγές τους, είδε και τον Νικόλα την ώρα που έµπαινε στο µαγαζί.

 

«Ε!!! Καλώς όρισες, Νικόλα», φώναξε ο καφετζής µε ενθουσιασµό.

«Καληµέρα! Καλώς σας βρήκα», είπε το παλικάρι τινάζοντας απ’ τ’ αµπέχονο το νερό, που κυλούσε στις ραφές του.

«Καλώς όρισες, Νικόλα», ακούστηκαν στη στιγµή φωνές από παντού.

«Καλώς σας βρήκα,καλώς σας βρήκα», έλεγε δεξιά κι αριστερά ο Νικόλας κι άπλωνε το χέρι του να χαιρετήσει,
ενώ µε τα µάτια έψαχνε να βρει τον πατέρα του για να πάει να καθίσει κοντά.

«Τα κεράσµατα τα έκαµε χτες ο πατέρας σου µε το που πάτησες το πόδι σου στο νησί», του είπε ο παπα-Λουκάς καθώς ο Νικόλας έσκυψε και του φίλησε το χέρι.

«Τι κάνεις, παπα-Λουκά;»,τον ρώτησε ο Νικόλας.

«Γεράµατα, Νικόλα. Εσύ όµως βλέπω έγινες σωστός άντρας. Σε θέριεψε η θάλασσα. Όµως δυο χρόνια στα καράβια,
µακριά απ’ το νησί, είναι πολύς καιρός παιδί µου», του είπε τρυφερά ο παπάς.
«Κι όχι τίποτε άλλο, µα είχα κι εκείνη την µάνα σου όλη την ώρα να µου γίνεται κολλιτσίδα µη τύχει
και σε ξεχάσω στην Προσκοµιδή».

Ο Νικόλας χαµήλωσε από ντροπή τα µάτια και χαµογελώντας πήγε και κάθισε κοντά στον πατέρα του, που τον καρτερούσε µε µια καρέκλα αδειανή στο τραπέζι του.

«Φούντωσε, µωρέ Κοσµά, την ξυλόσοµπα», είπε την ώρα εκείνη ο καπετάν Γρηγόρης στον καφετζή.

«Τι τα φυλάς τα ξύλα; Αν δεν τα κάψεις µέρα που είναι, πότε περιµένεις να τα κάψεις; Με λιακάδα;»

Γελώντας ο καφετζής πήγε να ρίξει ξύλα στη φωτιά, µα βρήκε εµπόδιο εκείνο τ’ αποµεινάρι, τον Τρελογιαννό τον Χαζέλο, που είχε αγκαλιάσει µε το λειψό κορµί του την σόµπα. Είχαν ανάψει οι παλάµες του, είχανε ροδοκοκκινήσει τα µάγουλά του, είχανε πυρώσει τ’ αφτιά του και µοιάζανε µε ξεροψηµένες τηγανίτες. Του ’δωσε όµως µια σπρωξιά ο καφετζής για να του κάµει τόπο.

«Μα καλά, ευλογηµένε», του λέει ο παπα-Λουκάς που καθότανε µαζί µε τον γερο-Σκεύο τον Φραζουλή σ’ ένα τετράγωνο µικρό τραπεζάκι και πίνανε το τσάι τους, «από πέρσι τέτοια µέρα δεν αξιώθηκες να φτιάξεις εκείνο το σπασµένο παράθυρο και το ’χεις ακόµα µε χαρτόνι;»

«Είδες, είδες, παπά µου, τι άχρηστος και χασοµέρης είµαι», είπε τάχατες εκνευρισµένος µε τον εαυτό του ο Κοσµάς
και χτυπώντας µε µια κίνηση την καρό πετσέτα, που κράταγε στο χέρι του, την έριξε στον αριστερό του ώµο.
«Πέρσι περίµενα να περάσει ο χειµώνας για να τ’ αλλάξω. Σαν ήλθε όµως το καλοκαίρι µου ’φυγε απ’ το µυαλό.
Και να που µέχρι τα προχτές είχε ακόµη λιακάδα και ξεγελάστηκα!»

«Δεν έχεις καµία δικαιολογία», είπε ξανά ο παπάς.

«Εκτός αν το αφήνει έτσι σπασµένο... Γιατί... έχει το λόγο του», είπε χαζογελώντας ο Γιάννος ο Χαζέλος, που ξαναπήρε τη θέση του πάνω απ’ την ξυλόσοµπα.

«Εσύ, Γιάννο, να µην µιλάς», πετάχτηκε και είπε ο καπετάν Αντρέας, «γιατί µπορεί να είσαι κι εσύ ο ένοχος για το σπασµένο τζάµι».

«Να µη σώσω», είπε ξαφνιασµένος ο Γιάννος κι ορθάνοιξε τα µάτια του.

«Βρε συ! Πέρσι στα κάλαντα εγώ ο ίδιος σ’ έκανα τσακωτό να σπας µε την µαρίδα τα τζάµια της γρια-Μαντούδαινας», του είπε ο καπετάνιος.

«Να µη σώσω», είπε ξανά εκείνος τραυλίζοντας κι έσκυψε πάνω απ’ την µασίνα.

«Τι κουβέντες είναι αυτές, χρονιάρα µέρα», του φώναξε απότοµα ο παπάς.

«Μα, δεν το ’καµα εγώ», ψέλλισε ο Χαζέλος.

«Εσύ έχεις δασκαλέψει και τα παιδιά και τα ’καµες σαν την αφεντιά σου. Παραδόπιστα και παλιόπαιδα», πετάχτηκε ο γερο-Τράκας.

Δεν πρόκαµε να τελειώσει τον λόγο του ο γέρος και µ’ ένα τίναγµα γίνηκε ο Χαζέλος καπνός από τον καφενέ.

«Μας άδειασε την γωνιά το αλαφροΐσκιωτο», είπε γελώντας ο καφετζής κι έδωκε µια και χτύπησε µε την καρό πετσέτα του τον πάγκο, που είχε αραδιασµένα λογιών-λογιών ρακοπότηρα...

«Κι όλο χρονιάρες µέρες βρίσκει να κάµει τις σκαλικατζεράδες του!»

«Όλα τ’ ανακατεύει ο ανακατωσούρας. Είµαι σίγουρος πως αυτός σκαρφίζεται τις σκανταλιές και βάνει τα παιδιά µπροστά να τις κάνουν. Στα κάλαντα, για παράδειγµα, σε όσα σπίτια δεν τους δίνουνε παράδες, µα τα φιλεύουνε καρύδια και σύκα, εκείνα τους τα πετούν στα παραθύρια και σπάζουνε τα τζάµια σκαρώνοντας στιχάκια για τον νοικοκύρη», πετάχτηκε και είπε αγανακτισµένος ο Λευτέρης.

«Πάει, χάθηκε ο σεβασµός», φώναξαν δυο-τρεις.

«Έτσι εξηγείται και το σπασµένο τζάµι του καφενέ!», είπε µε νόηµα ο παπάς.

«Για βάλε µε τον νου σου, παπά µου, να περνούνε παρέλαση τόσα παιδιά από τον καφενέ», έκαµε µε πόνο ο Κοσµάς. «Δυο µηνιάτικα δεν µε φτάνουν για τα κάλαντα!»

Σείστηκε απ’ τα γέλια ο καφενές µόλις τέλειωσε ο καφετζής την κουβέντα του.

«Εκείνη την φτωχή, τη γρια-Μαντούδαινα, εγώ λυπάµαι! Κάθε χρόνο να τραβάει τα ίδια µε τα παλιόπαιδα», είπε
ο πατέρας τού Νικόλα, ο Διαµαντής.

«Και η άµοιρη δεν είναι ότι δεν θέλει να δώσει, µα δεν έχει», λέει µε πόνο ο καπετάν Αντρέας. «Σύνταξη δεν παίρνει από πουθενά και τα χωραφάκια της είναι όλο πέτρα και ξερολιθιά, όπως κι όλος ο τόπος στο νησί. Λίγα καρύδια µαζεύει από δυο ξερικές καρυδιές που έχει πίσω, στις Λακοπούλες. Από εκείνα φιλεύει και τα παιδιά».

«Και ζει µε τις µπιρµπίλες, που φτιάχνει στα µαντήλια των κοριτσιών, και µε τα λεµόνια, που πουλάει από τις λεµονιές της», συµπλήρωσε ο Λευτέρης.
«Έχει δυο λεµονόσπιτα σαν καστράκια µε δυο λεµονίτσες. Αυτές οι λεµονιές ήτανε προίκα της».

«Στον τόπο µας, που διαφεντεύει ο βοριάς, είναι δυσεύρετα τα λεµόνια και νοικοκυραίοι όσοι έχουν λεµονόσπιτα»,
είπε ο παπάς. «Και το σπιτάκι της όµως το ’χε η Λυγερή και τα χωραφάκια, που ένας άντρας θα τα δούλευε, και τη µικρή ψαρόβαρκα του πατέρα της... Τίποτε δεν της έλειπε»...

«Της γερο-Μαντούς το σπίτι περιµένει τον γαµπρό, µα την προίκα της την φάγαν τα ποντίκια από καιρό», ψευτοτραγούδησε την ώρα εκείνη ο Νικόλας ο Τρανός.

«Κι εσύ, Νικόλα;», είπε παραξενεµένος ο παπάς όταν άκουσε τον ψίθυρο στα χείλη του.

«Κι εγώ, παπα-Λουκά», είπε ο νέος πικρογελώντας. «Δεν ήµουν δα και το καλύτερο παιδί. Το ξέρεις αυτό! Έχω πολλές φορές πετάξει τα καρύδια, που µου ’δωκε, στα παραθύρια της».

«Κρίµα, µωρέ Νικόλα», είπε κουνώντας το κεφάλι του ο παπάς. «Και να ’ξερες τι έκαµε η Λυγερίτσα η Μαντούδαινα για σας!»

Ο Νικόλας ξαφνιασµένος έστρεψε το κεφάλι και κάρφωσε τα µάτια στον παπά.

«Τι έκαµε;», ρώτησε.

«Έκαµε ό,τι και η µάνα σου», αποκρίθηκε ο παπάς κι όση ώρα έλεγε ετούτα ψαχούλεψε την τσέπη τού γιλέκου του κι έβγαλε από εκεί ένα µάτσο διπλωµένα χαρτιά. «Να! Να! Δες!», του είπε και του έχωσε ένα ζαρωµένο χαρτί στην παλάµη.

Ο Νικόλας µ’ αργές κινήσεις το ξεδίπλωσε κι άρχισε µε δυσκολία να διαβάζει τ’ ανορθόγραφα ορνιθοσκαλίσµατα, που ήταν χαραγµένα µε µαύρο µολύβι.

«Ο Θοδωράκης του Καπνίση, ο Γιάννης του Μπαζιού, ο Κώστας της Φανούλας, ο Χαράλαµπος του Νικόλα τ’ Αϊτάντη, ο Χαράλαµπος του Νικόλα του Κουβαρά, ο Νικόλας του Τρανού, ο Μιχάλης του Μυλωνά,
ο Γρηγόρης της Ελένης...»

«Κάθε Σάββατο η ευλογηµένη µε το πρόσφορο, που µου έφερνε στον εσπερινό, µ’ άφηνε µαζί µε µια πεντάρα
κι ένα χαρτί µε ονόµατα να µνηµονεύω. Βλέπεις η Λυγερίτσα δεν είχε παντρευτεί, δεν είχε κάνει δικά της παιδιά και γι’ αυτό προσευχόταν για όλα τα παιδιά του νησιού. Είδες πως γράφει τα ονόµατα;» είπε ο παπάς γελώντας. «Φοβάται µη και µπερδέψει τα παιδιά ο Θεός και δεν ξέρει τίνος είναι το καθένα!»

«Μα εγώ, παπά-Λευτέρη, δεν είµαι πια παιδί», ψέλλισε σαν χαµένος ο Νικόλας.

«Για εκείνην είσαι», του απάντησε στεγνά ο παπάς και ρούφηξε µια γερή γουλιά ζεστό τσάι απ’ το φλιτζάνι του.

Ο Νικόλας γύρισε το κεφάλι και χαµήλωσε το βλέµµα.

«Τι γίνηκε εκείνος ο καφές του Νικόλα, µωρέ Κοσµά! Κόκκαλα έχει;», είπε ο πατέρας του γελώντας.

«Πού πρόκανα µε την κουβέντα! Τώρα έρχεται», είπε και µε δυο δρασκελιές βρέθηκε ο καφετζής
πίσω από τον πάγκο.

«Καλοβαστιέται, πατέρα, η θειά Λυγερή;», είπε ο Νικόλας στον πατέρα του.

«Όπως την ήξερες», του απάντησε εκείνος.

 

Το προϊόν προστέθηκε στο καλάθι σας

 Περιεχόμενα καλαθιού
Δεν έχετε αρκετούς πόντους για να αγοράσετε αυτό το προϊόν!

 Περιεχόμενα καλαθιού
^BACK TO TOP