Stamoulis Publications Home Page

Ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο
εκδόσεις βιβλίων


Πατήστε εδώ για να μεταβείτε στην αρχική σελίδα των Εκδόσεων Σταμούλη Πατήστε εδώ για να εγγραφείτε στο e-shop και να κάνετε τις αγορές σας Είσοδος Πατήστε εδώ για να δείτε τη λίστα με τα προϊόντα που έχετε αποθηκεύσει Πατήστε εδώ για να τροποποιήσετε στοιχεία του λογαριασμού σας. Επικοινωνία
Αρχική Εγγραφή Είσοδος Λίστα Λογαριασμός Επικοινωνία
Αναζήτηση Σύνθετη Αναζήτηση
το καλάθι περιέχει
0 προϊόντα
Πατήστε εδώ για να δείτε τα περιεχόμενα του καλαθιού και να ολοκληρώσετε την παραγγελία σας.
επιλογή γλώσσας Ελληνικά English
Εγγραφή στην ηλεκτρονική μας ενημέρωση
Κατηγορίες
 
eBooks
 
 
Οικονομία & Διοίκηση
 
 
Γεωτεχνικές Επιστήμες
 
 
Εφηβικά
 
 
Θεολογία
 
 
Παιδικά
 
 
Θετικές Επιστήμες
 
 
Περιβάλλον - Ενέργεια
 
 
Ιατρική
 
 
Πληροφορική - Τεχνολογία
 
 
Δίκαιο
 
 
Εκπαίδευση - Κατάρτιση
 
 
Κοινωνικές Επιστήμες
 
 
Λεξικά
 
 
Διάφορα
 
 
Ιστορία - Λαογραφία
 
 
Μαγειρική
 
 
Πολιτική
 
 
Λογοτεχνία
 
 
Ανθοδετική
 
 
Πανεπιστημιακά
 
Οι εκδόσεις μας
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
RapidSSL
Google+

Αρχική > Άρθρα > Free Chapter > Το μυστικό των χαμένων κοχυλιών


Το μυστικό των χαμένων κοχυλιών

Ημερομηνία: 27/08/2013
 
Το μυστικό των χαμένων κοχυλιών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
Οι πρώτες μέρες στο σχολείο και ο Πρόδρομος


O Αγιασμός για τη νέα σχολική χρονιά μόλις είχε τελειώσει κι εμείς μπαίναμε όλο καμάρι στην καινούργια μας αίθουσα. Γιατί λέω καινούργια; Αφού δεν είχαμε αλλάξει σχολείο, ούτε καν δασκάλα! Ήμασταν για δεύτερη χρονιά πάλι όλοι μαζί με την κυρία Μαριάννα. Μόνο που φέτος ήμασταν ένα χρόνο μεγαλύτεροι, τετάρτη τάξη. Κι όμως, ολοκαίνουργια μας φάνταζε η φετινή μας αίθουσα! Και μήπως δεν ήταν, έτσι φρεσκοβαμμένη που την αντικρίζαμε;
Ειλικρινά, όταν ξεκινήσαμε, δεν το περιμέναμε ότι θα είχε τόση επιτυχία το αποτέλεσμα. Τον Ιούνιο την αφήσαμε σε κατάσταση να λυπάσαι να τη βλέπεις! Δηλαδή, για να λέμε την αλήθεια, δε λυπόμασταν και πολύ, όταν μουντζουρώναμε τους τοίχους, αλλά, όταν μάθαμε ότι θα ξαναμπαίναμε στην ίδια αίθουσα, πολύ μας κακοφάνηκε. Νομίζαμε ότι θα μας τη βάψουνε. Όμως, το καλοκαίρι πέρασε και τίποτα  δεν είχε ταράξει την ησυχία της τάξης μας. Νέα αρχή, νέα βιβλία, ίδια δασκάλα, τέλος πάντων την αγαπούσαμε, αλλά και ίδια αίθουσα;
Χρειαζόμασταν επειγόντως μια αλλαγή και ο Αντώνης είχε την ιδέα:
«Δεν τη βάφουμε μόνοι μας; Να τη ζωγραφίσουμε κιόλας, όπως θέλουμε εμείς!»

—    Ο Αντώνης έχει δίκιο! Αν περιμένουμε τους υπευθύνους να τη φροντίσουν, μπορεί να έχουμε γίνει κι άλλον ένα χρόνο μεγαλύτεροι! γκρίνιαξε ο Φώτης.
Η δασκάλα μας το καλοσκέφτηκε και δεν είχε καμία αντίρρηση. Λίγες μέρες πριν αρχίσουν τα μαθήματα, προμηθευτήκαμε τις απαραίτητες βούρτσες, πινέλα και χρώματα, χωριστήκαμε σε τέσσερις ομάδες και κάθε ομάδα πήγε σε μια γωνία. Όχι, φυσικά, για τιμωρία, αλλά για… «υψηλή» δημιουργία.
Αφήσαμε τη φαντασία μας ελεύθερη, «σαν τον Πικάσο», έτσι είπε η Ισμήνη, εκείνη ξέρει τι είν’ αυτό! Δε φαντάζεστε τι ζωγράφισε στον τοίχο ο πιο λαίμαργος απ’ τους φίλους μας, ο Στέφανος..., ένα παιδί να τρώει σάντουιτς!
—    Η ανακίνηση είναι έτοιμη, ξεφώνισε μετά από λίγες μέρες ο Ανδρέας, που είχε πάθος με τις καινούργιες λέξεις, αλλά σχεδόν ποτέ δεν τις πετύχαινε!
—    Η ανακαίνιση θες να πεις, Ανδρέα, τον διόρθωσε η δασκάλα.
Ο διευθυντής, ο κύριος Αχιλλέας, την πρώτη μέρα  μάς ανέφερε ως παράδειγμα στα μικρότερα και μεγαλύτερα παιδιά, για να τα πείσει να διατηρούν καθαρό και όμορφο το σχολείο μας.
—    Υγεία και καθαριότητα πάνε μαζί, είχε πει. Μην ξεχνάτε ότι «η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά!».
Κι αναρωτιόμασταν: «Γιατί; Η άλλη μισή πού είναι;».
Πάντως εμείς καμαρώναμε, χωρίς να θυμόμαστε την κούρασή μας! Είχαμε ξοδέψει χρήματα απ’ τον κουμπαρά μας, είχαμε θυσιάσει κάμποσα απογεύματα το παιχνίδι μας και γι' αυτό τώρα προσέχαμε την αίθουσα σαν τα μάτια μας!
Όταν πρωτομπήκαμε, αποφασίσαμε και αποδεχτήκαμε όλοι μερικούς κανόνες, για να «κάνουμε πιο εύκολη τη ζωή της δασκάλας μας», καθώς έλεγε η ίδια. Όπως, να μην τρωγοπίνουμε μες στην τάξη και λερώνουμε με φαγώσιμα τα θρανία μας, να μην ακουμπάμε με τα παπούτσια ή με ανοιχτές βρόμικες παλάμες στον τοίχο, να παίζουμε ποδόσφαιρο με μπάλα στο διάλειμμα και όχι με το καλάθι των αχρήστων μες στην τάξη, να πετάμε τις τσίχλες στα σκουπίδια, αντί να τις κολλάμε στο τζάμι και άλλα πολλά και αντιπαθητικά «μη» και «μη» και «μη»…
Πράγματι, είχαμε πάρει στα σοβαρά το ρόλο μας κι είχαμε αρχίσει μάλιστα να βγάζουμε παρατσούκλια σε όσους παρατυπούσαν, όπως σε τρεις κολλητές φίλες που τις φωνάζαμε «η σκόνη, η μούχλα κι η αράχνη»!
Το μόνο σύννεφο που ήρθε σύντομα να σκιάσει τη χαρά μου ήταν, όταν η κυρία μ' έβαλε να καθίσω δίπλα στον Πρόδομο! Κάθε φορά που παραπονιόμασταν και θέλαμε ν’ αλλάξουμε διπλανό, η κυρία επέμενε ν’ αρνείται, λέγοντας κάτι ακατανόητα πράγματα:
«Όποιος έχει καλά μάτια, μπορεί να δει τα καλά του διπλανού του και να περάσει καλά μαζί του. Όποιος, όμως, έχει στραβά μάτια, όλα στραβά τα βλέπει».

Εμένα, όμως, τα μάτια μου είναι μια χαρά! Μου το επιβεβαίωσε και ο οφθαλμίατρος που ήρθε πέρυσι στο σχολείο να μας εξετάσει «προληπτικά», όπως είπε. Πώς δεν το θυμάται η κυρία Μαριάννα, που έχει μνήμη ελέφαντα, αν και είναι πιο λεπτή κι από το πόδι του;
—    Εσένα, Κωστή, παιδί μου, τα μάτια σου είναι πεντακάθαρα! Μπορούν «να δουν τα μυρμήγκια στον Πλοκό!», μου είχε πει ο γιατρός.
Για όποιον δεν έχει έρθει ποτέ στην όμορφη κωμόπολή μας, στην Αιδηψό, πρέπει να εξηγήσω ότι ο Πλοκός είναι η κορυφή του βουνού που φαίνεται ακριβώς από πάνω μας. Απ' όσο θυμάμαι, όμως, την έκφραση αυτή, καθώς μου έλεγε ο πατέρας μου, τη χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι του χωριού παλιά, όταν ήταν πολύ φτωχοί, και από την πείνα τους μερικές φορές γούρλωναν τα μάτια τους τόσο, που μπορούσαν να διακρίνουν ακόμα και τα μυρμήγκια σ’ αυτό το αντικρινό βουνό!
Ο φετινός μου διπλανός, λοιπόν, ο Πρόδρομος, ήταν ένα παιδί χαρούμενο, μέτριο σε ύψος, όχι πολύ έξυπνο και προπαντός είχε ένα ελάττωμα, μα σοβαρό ελάττωμα: τη μεγάλη αδυναμία στα ζώα. Τα χάιδευε, έπαιζε ώρα πολλή μαζί τους κι αν μπορείτε να φανταστείτε, έπαιρνε αγκαλιά τα… κατσικάκια του. Εγώ, πάντως, νόμιζα ότι, αν χαϊδέψω κατσίκι, θα πάθω αλλεργία κι ότι η μυρωδιά του θα με πνίξει!
Καταλαβαίνετε, τώρα, το σοκ που ένιωσα, όταν αναγκάστηκα να καθίσω, παρά τις διαμαρτυρίες μου, δίπλα του. Αυτό ήταν το μόνο που δε φανταζόμουνα για έκπληξη την πρώτη μου μέρα στην τετάρτη Δημοτικού! Τράβηξα τη δική μου καρέκλα στην άκρη-άκρη και δεν ακουμπούσα ούτε την καρέκλα του. Κι όταν μ' εμπόδιζε, την έσπρωχνα με το πόδι μου. Ευτυχώς, η μητέρα μου με είχε μάθει να προσέχω…
Τον Πρόδρομο τον περνούσαμε λίγους μήνες κι ήταν ο πιο μικρός απ' όλους μας.
Εμείς, συνήθως, τον αποφεύγαμε στα παιχνίδια μας. Ακούς, ολόκληρος άντρας, εννιά ετών, να παίζει με τα κατσίκια του, όπως παίζουν τα κορίτσια με τις κούκλες τους!
Του βγάλαμε μάλιστα και παρατσούκλι:
—    Παιδιά, έρχεται ο κατσικίλας! λέγαμε, όταν θέλαμε να τον κοροϊδέψουμε, και κλείναμε τη μύτη μας.
—    Εγώ δεν τον παίρνω στην ομάδα μου, έλεγε ο Αλέξης. Είναι σειρά σας να τον πάρετε, αλλιώς ο κύριος γυμναστής δε θα μας δώσει μπάλα να παίξουμε ποδόσφαιρο.
—    Προτιμώ να μην παίξω, παρά να κάνω παρέα με γιδοβοσκούς, φώναζε ο πιο γκρινιάρης, ο Πέτρος, που, μόλις φαινόταν η μπάλα από μακριά, είχε κιόλας ξεχάσει τη σπουδαία του υπόσχεση.
—    Για σταθείτε, βρε παιδιά, τι μας έχει κάνει ο άνθρωπος; Ξεχνάτε ότι είναι καλός τερματοφύλακας; μας θύμιζε ο Αποστόλης.
Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν ξέραμε τι μας είχε κάνει. Εκείνος ίσα-ίσα μας συμπαθούσε κι ούτε κάκιωνε μαζί μας, ούτε αντιδρούσε. Ξεχνούσε εύκολα ό,τι του λέγαμε, όπως εγώ ξεχνούσα την προπαίδεια. Εμένα, μάλιστα, μου είχε ιδιαίτερη συμπάθεια, γιατί είμαι «αυθόρμητος». Τώρα, το να είσαι «αυθόρμητος» δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, γιατί και ο πατέρας μου μού το λέει, αλλά συμπληρώνει: «Αυτό το παιδί (εμένα εννοεί, φυσικά) λέει ό,τι σκέφτεται, αλλά δε σκέφτεται πάντα αυτό που λέει!».
Πάντως, ήμασταν ικανοί μ' όλη αυτή την κουβέντα να χάσουμε μισή ώρα κάθε φορά απ' το μεγάλο ματς.
Μια μέρα μόνο, όταν ο Πρόδρομος μάς άκουσε να σχολιάζουμε αυτόν και τα κατσίκια του για το… λεπτό τους άρωμα, μας είπε:
—    Η μαμά μου που διαβάζει τις ιστορίες ενός παλιού ανθρώπου, του μπαρμπα-Φώτη του Κοντού, Κοντόγλου, δε θυμάμαι ακριβώς, λέει ότι η κοπριά που κάνουνε τα ζώα μοσχοβολάει. Η δική μας κοπριά, η ανθρώπινη, βρωμάει.
Βάλαμε τα γέλια κοροϊδευτικά. Τι άλλο θα ήθελε ένας λογικός άνθρωπος για να θεωρεί αυτό το παιδί τελείως χαζούλι; Πού ξανακούστηκε ότι η κοπριά των ζώων μοσχοβολάει;
—    Μου φαίνεται ότι ο μπαρμπα-Φώτης τής έχει αλλάξει τα φώτα της μαμάς σου και δεν ξέρει τι λέει, του αποκρίθηκε γελώντας ο Αλέξης, ενώ εκείνος απομακρύνθηκε αμίλητος και πληγωμένος.
Μια άλλη φορά στο διάλειμμα είδα την κυρία μας να έχει πάρει κοντά της τον Πρόδρομο και να τον ρωτάει:
— Πρόδρομέ μου, όταν γυρίζεις στο σπίτι σου το βράδυ, πλένεσαι καλά;
— Ναι, κυρία.
— Και πώς χαϊδεύεις τα κατσικάκια σου, με τα χεράκια;
— Ναι, κυρία.
— Μόνο με τα χεράκια τα χαϊδεύεις;
— Όχι, τα χαϊδεύω κι αλλιώς, κυρία.
— Πώς δηλαδή;
— Να, έτσι!
Και τότε είδα έκπληκτος τον Πρόδρομο να τρίβει το φουντωτό, σγουρό του κεφάλι πάνω στην κοιλιά της κυρίας μας! Νόμιζα ότι θα του βάλει τις φωνές, γιατί εμένα δε μου αρέσει καθόλου να μου πειράζουν την κοιλιά, εκείνη, όμως, ξέσπασε σε γέλια. Πόσο ανάποδοι είναι οι μεγάλοι! Εκεί που νομίζεις ότι θα γελάσουν, θυμώνουν κι εκεί που νομίζεις ότι θα θυμώσουν, γελάνε.
«Γιατί γελάτε, κυρία;» απόρησε ο Πρόδρομος.
—    Γιατί είσαι αληθινό παιδί, Πρόδρομε, είσαι παιδί της ηλικίας σου. Δεν είσαι μικρομέγαλος. Γι’ αυτό με κάνεις και χαίρομαι.
—    Υπάρχουν παιδιά αληθινά και παιδιά ψεύτικα; σκέφτηκα. Όμως, αυτό το «μικρομέγαλος» κάπου το είχα ξανακούσει… Α, ναι! Ο πατέρας μου γκρινιάζει να μην είμαι «μικρομέγαλος», αλλά δε μου έχει εξηγήσει τι θα πει αυτό. Μπορείς να είσαι ταυτόχρονα και μικρός και μεγάλος;

 

Το προϊόν προστέθηκε στο καλάθι σας

 Περιεχόμενα καλαθιού
Δεν έχετε αρκετούς πόντους για να αγοράσετε αυτό το προϊόν!

 Περιεχόμενα καλαθιού
^BACK TO TOP