Stamoulis Publications Home Page

Ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο
εκδόσεις βιβλίων


Πατήστε εδώ για να μεταβείτε στην αρχική σελίδα των Εκδόσεων Σταμούλη Πατήστε εδώ για να εγγραφείτε στο e-shop και να κάνετε τις αγορές σας Είσοδος Πατήστε εδώ για να δείτε τη λίστα με τα προϊόντα που έχετε αποθηκεύσει Πατήστε εδώ για να τροποποιήσετε στοιχεία του λογαριασμού σας. Επικοινωνία
Αρχική Εγγραφή Είσοδος Λίστα Λογαριασμός Επικοινωνία
Αναζήτηση Σύνθετη Αναζήτηση
το καλάθι περιέχει
0 προϊόντα
Πατήστε εδώ για να δείτε τα περιεχόμενα του καλαθιού και να ολοκληρώσετε την παραγγελία σας.
επιλογή γλώσσας Ελληνικά English
Εγγραφή στην ηλεκτρονική μας ενημέρωση
Κατηγορίες
 
eBooks
 
 
Οικονομία & Διοίκηση
 
 
Γεωτεχνικές Επιστήμες
 
 
Εφηβικά
 
 
Θεολογία
 
 
Παιδικά
 
 
Θετικές Επιστήμες
 
 
Περιβάλλον - Ενέργεια
 
 
Ιατρική
 
 
Πληροφορική - Τεχνολογία
 
 
Δίκαιο
 
 
Εκπαίδευση - Κατάρτιση
 
 
Κοινωνικές Επιστήμες
 
 
Λεξικά
 
 
Διάφορα
 
 
Ιστορία - Λαογραφία
 
 
Μαγειρική
 
 
Πολιτική
 
 
Λογοτεχνία
 
 
Ανθοδετική
 
 
Πανεπιστημιακά
 
Οι εκδόσεις μας
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
RapidSSL
Google+

Αρχική > Άρθρα > Free Chapter > Στον Θεό να με πας, Αρχιμ.Τύχωνος Χ.Κουτσοφιού - Η θεραπεία του φόβου


Στον Θεό να με πας, Αρχιμ.Τύχωνος Χ.Κουτσοφιού - Η θεραπεία του φόβου

Ημερομηνία: 13/07/2021
 
Στον Θεό να με πας, Αρχιμ.Τύχωνος Χ.Κουτσοφιού - Η θεραπεία του φόβου

Κυριακή Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. 14, 22-34)

 

Η θεραπεία του φόβου

 

Τω καιρώ εκείνω, ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους. Και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι. Οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί. Το δε πλοίον ήδη μέσον της θαλάσσης ην, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων· ην γάρ εναντίος ο άνεμος. Τετάρτη δε φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επί της θαλάσσης. Και ιδόντες αυτόν οι μαθηταί επί την θάλασσαν περιπατούντα εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά έστι, και από του φόβου έκραξαν. Ευθέως δέ ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων· Θαρσείτε, εγώ ειμι· μη φοβείσθε. Αποκριθείς δε αυτώ  Πέτρος είπε· Κύριε, ει συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα· Ο δε είπεν, Ελθέ. Και καταβάς από του πλοίου Πέτρος περιεπάτησεν επί τα ύδατα ελθείν προς τον Ιησούν. Βλέπων δε τόν άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων· Κύριε, σώσόν με. Ευθέως δε ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελέβετο αυτού και λέγει αυτώ· Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας; Και εμβάντων αυτών εις το πλοίον εκόπασεν ο άνεμος.

 

Οι δε εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν αυτώ λέγοντες· Αληθώς Θεού υιός ει. Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γην Γεννησαρέτ. Μετά από το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων, χαρούμενοι οι μαθητές –αφού έζησαν τόσο μεγάλο θαύμα– επιβιβάσθηκαν στο πλοίο, όπως τους διέταξε ο Κύριος, για να περάσουν στην απέναντι όχθη. Καθώς είχε βραδιάσει αρκετά, το πλοίο άρχισε να βασανίζεται από έναν ισχυρό άνεμο. Ξημερώματα πια, οι μαθητές έντρομοι διακρίνουν μέσα στο σκοτάδι έναν άγνωστο να προχωρά πάνω στην θάλασσα και νόμισαν πως βλέπουν κάποιο φάντασμα. Ο φόβος διαλύθηκε, όταν άκουσαν την γνώριμη φωνή του Διδασκάλου τους: «Έχετε θάρρος, εγώ είμαι, μη φοβάστε». Ο τολμηρός Πέτρος λέει στον Χριστό: «Αν είσαι Εσύ, διάταξέ με να έλθω κοντά σου πάνω στα νερά». Ο Κύριος του απαντά: «Έλα!». Εκείνος κατέβηκε από το πλοίο κι άρχισε να περπατά πάνω στην θάλασσα. Βλέποντας όμως τον άνεμο δυνατό, φοβήθηκε, ολιγοπίστησε και άρχισε να βυθίζεται. «Κύριε, σώσε με!» φώναξε. Ο Κύριος άπλωσε το χέρι Του, τον έπιασε και του είπε: «Ολιγόπιστε γιατί δίστασες; Γιατί φοβήθηκες;».

 

Μόλις ανέβηκαν στο πλοίο, ο άνεμος σταμάτησε. Αυτό με λίγα λόγια είναι το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Πόσο γρήγορα οι μαθητές ξέχασαν το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων, τα πλήθη που χόρτασαν, τα περισσεύματα που πήραν μαζί τους, την διδασκαλία του Κυρίου. Μπροστά σε μια θαλασσοταραχή έγιναν ανυπόμονοι και η καρδιά τους νέκρωσε πνευματικά από τον φόβο. Έπειτα η παρουσία του Κυρίου πάνω στην θάλασσα έγινε γι’ αυτούς αιτία περισσότερου και μεγαλύτερου φόβου. Έπαψαν να αναγνωρίζουν και να εμπιστεύονται τον Διδάσκαλό τους και αφέθηκαν να εμπιστεύονται τα παιχνιδίσματα της φαντασίας τους, τους θρύλους και τους μύθους που κυκλοφορούσαν από τα αφελή στόματα των Ιουδαίων περί φαντασμάτων. Και ο ορμητικός Πέτρος τρόμαξε από τον ισχυρό άνεμο. Ξεχνώντας ότι λίγο πριν, με την προτροπή του Χριστού, περπατούσε πάνω στα κύματα σαν να περπατούσε πάνω στην στεριά.

 

Όλα όσα συνέβησαν στους μαθητές ήταν για να μάθουν να μη ζητούν άμεση απαλλαγή από τις συμφορές που τους βρίσκουν, αλλά να αντιμετωπίζουν τα δυσάρεστα γεγονότα με γενναιότητα και υπομονή. Να μάθουν πως τον φόβο δεν τον δημιουργούν οι κίνδυνοι, αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού. Τα γεγονότα που συνέβησαν στους μαθητές συμβαίνουν και σε όλους εμάς. Ζώντας σε μια εποχή αβεβαιότητας, οι περισσότεροι από εμάς νιώθουμε φόβο. Φοβόμαστε για την υγεία μας, την περιουσία μας, το μέλλον της πατρίδας μας, την τύχη του κόσμου. Ο φόβος αυτός μας δημιουργεί άγχος, ανασφάλεια, αγωνία και δειλία. Μας στερεί την χαρά τού σήμερα, επιφορτίζοντάς μας με την αναμονή των συμφορών του αύριο (Κλίμαξ, 20.2). Η αιτία όμως του φόβου είναι κοινή. Τόσο στους μαθητές του Χριστού όσο και σε εμάς. Φοβόμαστε, επειδή πάψαμε να εμπιστευόμαστε τον Θεό, να Του αναθέτουμε την ζωή μας. Αν η αιτία του φόβου είναι η απιστία ή η ολιγοπιστία μας, η θεραπεία είναι να απομακρυνόμαστε από το πρόβλημά μας και να στρεφόμαστε με ακλόνητη πίστη και εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Όσο απασχολούσε τον Πέτρο ο ισχυρός άνεμος, τόσο βυθιζόταν μέσα στα ταραγμένα κύματα. Μόλις όμως έστρεψε την προσοχή του στον Κύριο, ξεπέρασε τον κίνδυνο.

 

Γι’ αυτό και εμείς, αν θέλουμε να ξεπερνάμε τους φόβους μας, να μην αφήνουμε να μας καταβάλλουν σκέψεις που αφορούν υλικά πράγματα, αλλά να αποκοβόμαστε σταδιακά από αυτά και να στρεφόμαστε στον Θεό. Έχοντας αυτή την ζωντανή πίστη ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (4ος αι.) έλεγε: «Ο θάνατος; Αλλ’ αυτός δεν είναι φοβερός, διότι ταχέως μεταβαίνουμε εις τον λιμένα της αιωνιότητας! Η δήμευση της περιουσίας μας; “Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι” (Ιώβ, 1, 21). Μήπως η εξορία; “Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής” (Ψαλμ. 23, 1). Μήπως η συκοφαντία; “Όταν (…) είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών (…) χαίρετε (…) ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς” (Ματθ. 5, 11-12)». Πώς όμως θα αποκτήσουμε αυτή την δυνατή πίστη; Αρχικά είναι απαραίτητο να ζητήσουμε μέσω της προσευχής μας από τον Θεό να ενισχύσει την πίστη μας. Όπως ακούσαμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, ο Πέτρος, βλέποντας τον άνεμο ισχυρό κι ενώ άρχισε να καταποντίζεται, έβγαλε μεγάλη φωνή: «Κύριε, σώσε με!». Τι έκανε δηλαδή ο Πέτρος; Προσευχήθηκε. Ζήτησε βοήθεια από τον Κύριο. Ακόμη ο φόβος θεραπεύεται με την απάρνηση του δικού μας θελήματος, με την ταπεινή συμπεριφορά.

 

Ο Πέτρος σώθηκε, πιάνοντας το χέρι του Χριστού. Ο Θεός πάντοτε μας απλώνει το χέρι Του, ιδιαίτερα όμως στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας. Καμιά συμφορά, καμιά απειλή, καμιά τρικυμία δεν φοβίζει τον άνθρωπο που υποτάχθηκε ταπεινά στο θέλημα του Θεού, γιατί «εκείνος που έγινε δούλος του Κυρίου, θα φοβηθεί μόνο τον δικό του Δεσπότη» (Κλίμαξ, 20,10). Τέλος, τον φόβο μας θεραπεύει η τέλεια αγάπη: «Φόβος δεν υπάρχει στην αγάπη, αλλ’ η τέλεια αγάπη διώχνει τον φόβο» (Α΄ Ιωάν. 4, 18). Μόλις είδε ο Πέτρος το πρόσωπο του Διδασκάλου του και αναθάρρησε η αγάπη, η δειλία υποχώρησε και ο φόβος εξαφανίσθηκε. Η αγάπη μας προς τον Χριστό είναι εκείνη που θα βοηθήσει κι εμάς να απαλλαγούμε από τον όποιο φόβο, που μας καταβάλλει. Αλλά εκείνος που αγαπά τον Θεό, αγαπά και τον αδελφό του και αυτή η αγάπη του αδελφού είναι απόδειξη της αγάπης προς τον Θεό: «Σας βεβαιώνω πως, αφού τα κάνετε αυτά για έναν από τους άσημους αδελφούς μου, τα κάνετε για μένα» (Ματθ. 25,40). Αυτό βλέπουμε να εφαρμόζεται στην ζωή των αγίων μας.

 

Η αγάπη για τον Θεό και τον αδελφό τους φυγάδευε την δειλία και τον φόβο. Είναι θαυμαστή η ιερή διακονία του αγίου Ανθίμου της Χίου στους πολυάριθμους τροφίμους του λεπροκομείου. Χωρίς κανέναν φόβο, αλλά σαν στοργικός πατέρας υπηρετούσε τους λεπρούς, γλύκαινε με την καλοσύνη του τον πόνο και την απελπισία της ανίατης ασθένειάς τους. Έτρωγε μαζί τους στο ίδιο τραπέζι, καθάριζε με επιμέλεια τις σαπισμένες και δυσώδεις πληγές όλων των ασθενών, έσκυβε στο προσκέφαλό τους και με στοργή προσπαθούσε να ελαφρύνει τον πόνο τους.

 

Η προσευχή, η ταπεινή υπακοή στο θέλημα του Θεού και η τέλεια αγάπη μάς απελευθερώνουν από τον φόβο, τον φόβο που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. «Τον Κύριον ουκ επεκαλέσαντο· εκεί εφοβήθησαν φόβον, ου ουκ ην φόβος» (Ψαλμ. 52, 5-6). Αντίθετα, δηλαδή, η απιστία ή η ολιγοπιστία μας αυξάνουν τον δισταγμό και τον φόβο. Το ομολογεί ο Αδάμ μετά την διάπραξη της αμαρτίας του: «Φοβήθηκα, γιατί είμαι γυμνός» (Γέν. 3, 10). Το διδάσκει ο Χριστός στο σημερινό ευαγγέλιο, απευθυνόμενος στον Πέτρο: «Ολιγόπιστε, γιατί εδίστασες;». Ερανίσματα 1. Από την καθημερινή ζωή: Θυμούμαι τη Μυρτώ. Ένα μικρό, χαριτωμένο κοριτσάκι. Προσβλήθηκε από οξεία λευχαιμία. Με απαράμιλλη σιωπή και υπομονή, με ένα γλυκύτατο βλέμμα που εξέπεμπε συνεχώς το χλωμό προσωπάκι της αντιμετώπιζε τις πιο επιθετικές θεραπείες που της έκαναν. Κι όσο ήταν αυτή ανεκτική, τόσο κατέρρεαν οι γονείς της, που σταδιακά έχασαν μαζί με τις ελπίδες τους και τα τελευταία ψήγματα πίστεώς τους. Δεν ήταν άνθρωποι πιστοί, ούτως ή άλλως. Κάτι όμως υπήρχε μέσα τους. Την είχαν στείλει και σε καλό σχολείο. Είχε μια δασκάλα που την υπεραγαπούσε. Κάθε φορά πριν κοιμηθεί έκανε τον σταυρό της λέγοντας: «Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει Σου». Έτσι της είχε πεί η δασκάλα. – Γιατί κάνεις τον σταυρό σου; ρωτούσε η μητέρα της. – Για να μου δίνει δύναμη ο Χριστός, απαντούσε. Έτσι μας είπε η κ. Παρασκευή στο σχολείο. – Δεν του λες καλύτερα να σε κάνει καλά; – Δεν χρειάζεται, αφού μου δίνει δύναμη και χαρά. Οι γονείς δεν επέμειναν. Δεν καταλάβαιναν και πολλά. Καθώς όμως προχωρούσε η ασθένεια, τα έβαλαν με τον Θεό. Παρά ταύτα δεν μπορούσαν να τα βάλουν με το παιδί, που συνέχισε να κάνει τον σταυρό του και να λέει προσευχούλες. Η Μυρτώ πέθανε οκτώ χρόνων, ζητώντας από τη μητέρα της να της πει το «Πάτερ ημών», γιατί αυτή δεν μπορούσε πλέον. Άφησε την κούκλα από την αγκαλιά της, σταύρωσε τα χεράκια της και ζήτησε την προσευχή. Η μητέρα της δεν μπόρεσε να της χαλάσει το χατίρι. Το έκανε με λυγμούς. Άφησε τη λογική των επιχειρημάτων και των αποδείξεων, του στενού μυαλού και της σκέψης και λειτούργησε στον κόσμο του παιδιού της. Μαζί με τα δάκρυα από τα μάτια της έβγαλε και πίστη από την καρδιά της. Καθώς έχανε τη Μυρτώ, κέρδιζε τον Θεό. Η κορούλα της είναι η πνευματική της μητέρα. Θυμήθηκε τα λόγια της. Δεν είχε το παιδί της ζωντανό στην αγκαλιά της. Είχε όμως δύναμη, αντοχή και χαρά. Νικολάου Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Αθήνα 2012?, σελ. 109. 2 2. Από το Γεροντικό: Ερώτησαν τον αββά Αγάθωνα πώς εκδηλώνεται η ειλικρινής αγάπη προς τον πλησίον. Κι εκείνος ο μακάριος, που είχε αποκτήσει τη βασίλισσα των αρετών σε τέλειο βαθμό, αποκρίθηκε: – Αγάπη είναι να βρω έναν λεπρό και να του δώσω ευχαρίστως το σώμα μου και, αν είναι δυνατόν, να πάρω το δικό του. Θεοδώρας Χαμπάκη (Ηγουμένης Ι. Μονής Οσίου Θεοδοσίου), Γεροντικόν, Σταλαγματιές από την Πατερική Σοφία, εκδ. Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας “ΛΥΔΙΑ”, Θεσσαλονίκη 1993?, σελ. 15.

Το προϊόν προστέθηκε στο καλάθι σας

 Περιεχόμενα καλαθιού
Δεν έχετε αρκετούς πόντους για να αγοράσετε αυτό το προϊόν!

 Περιεχόμενα καλαθιού
^BACK TO TOP