Stamoulis Publications Home Page

Ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο
εκδόσεις βιβλίων


Πατήστε εδώ για να μεταβείτε στην αρχική σελίδα των Εκδόσεων Σταμούλη Πατήστε εδώ για να εγγραφείτε στο e-shop και να κάνετε τις αγορές σας Είσοδος Πατήστε εδώ για να δείτε τη λίστα με τα προϊόντα που έχετε αποθηκεύσει Πατήστε εδώ για να τροποποιήσετε στοιχεία του λογαριασμού σας. Επικοινωνία
Αρχική Εγγραφή Είσοδος Λίστα Λογαριασμός Επικοινωνία
Αναζήτηση Σύνθετη Αναζήτηση
το καλάθι περιέχει
0 προϊόντα
Πατήστε εδώ για να δείτε τα περιεχόμενα του καλαθιού και να ολοκληρώσετε την παραγγελία σας.
επιλογή γλώσσας Ελληνικά English
Εγγραφή στην ηλεκτρονική μας ενημέρωση
Κατηγορίες
 
eBooks
 
 
Οικονομία & Διοίκηση
 
 
Γεωτεχνικές Επιστήμες
 
 
Εφηβικά
 
 
Θεολογία
 
 
Παιδικά
 
 
Θετικές Επιστήμες
 
 
Περιβάλλον - Ενέργεια
 
 
Ιατρική
 
 
Πληροφορική - Τεχνολογία
 
 
Δίκαιο
 
 
Εκπαίδευση - Κατάρτιση
 
 
Κοινωνικές Επιστήμες
 
 
Λεξικά
 
 
Διάφορα
 
 
Ιστορία - Λαογραφία
 
 
Μαγειρική
 
 
Πολιτική
 
 
Λογοτεχνία
 
 
Ανθοδετική
 
 
Πανεπιστημιακά
 
Οι εκδόσεις μας
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
RapidSSL
Google+

Αρχική > Άρθρα > Free Chapter > Από την Εγώπολη στην Εσύπολη


Από την Εγώπολη στην Εσύπολη

Ημερομηνία: 10/12/2012
 
Από την Εγώπολη στην Εσύπολη

 

Ο σοφός παππούλης

Πριν ο Πείσμονας αποφασίσει το ταξίδι αυτό, είχε προτείνει στον αδερφό του τον Υπερήφανο να ξεκινήσουν μαζί. Εκείνος, αν και ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός του, δεν έδειχνε να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του.
 
– Μια χαρά είμαι βολεμένος εδώ. Η Εγώπολη είναι η καλύτερη πολιτεία. Ποιος ο λόγος να ταλαιπωρούμαι άδικα; του είπε.
 
Εκείνη όμως που ήθελε να πάει μαζί του ήταν η αδερφή του,αλλά οι γονείς του δεν έδιναν τη συγκατάθεσή τους, γιατί ήταν ακόμα μικρή. Έτσι ο Πείσμονας ξεκίνησε μόνος του για το μεγάλο αυτό ταξίδι.
 
Εξερευνητής θα γίνω
τη Γαλήνη για να βρω
κι όλοι θα αναγνωρίσουν,
τι αξία έχω ΕΓΩ!
Της Εγώπολης καμάρι
στα παιχνίδια, στο σχολειό,
στην Εσύπολη θα φτάσω
γιατί πρώτος είμαι ΕΓΩ!
Όλοι τους θα με δοξάσουν,
θα μιλάω σαν σοφός,
με τιμές θα με δεχτούνε
και θα γίνω αρχηγός!
 
Εδώ και τρεις μέρες βαδίζει ο Πείσμονας προς το άγνωστο.Βουνά, λαγκάδια πέρασε, μα μήτε πολιτεία συνάντησε μήτε άνθρωπο είδε. Ξεκίνησε με πολλή όρεξη για περιπέτεια, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να απογοητεύεται. Νοσταλγεί την ωραία πολιτεία που άφησε και αναρωτιέται αν αξίζει τον κόπο να ταλαιπωρείται τόσο για την Εσύπολη. Η καρδιά του είναι σφιγμένη.
 
Κοντεύει να βραδιάσει κι έχει αρχίσει να κρυώνει. Κατεβαίνει μια βουνοπλαγιά ψάχνοντας για μέρος ασφαλές να περάσει τη νύχτα του. Από μακριά βλέπει καπνό ν’ ανεβαίνει πίσω από κάτι δέντρα. Αρχίζει να περπατάει πιο γρήγορα. Ποιος άραγε να έχει ανάψει αυτή τη φωτιά;
 
Καθώς πλησιάζει, βλέπει στο άνοιγμα μιας σπηλιάς κάποιον να κάθεται. Αρχίζει να τρέχει γεμάτος αγωνία. Δεν πιστεύει στα μάτια του. Πράγματι, είναι ένας παππούς με μακριά, άσπρη γενειάδα, μπροστά σε μια θράκα και κάτι μαγειρεύει.
 
– Παππού, παππού! του φωνάζει.
 
Εκείνος σηκώνεται και του κάνει νόημα με το χέρι να πλησιάσει. Ο Πείσμονας φτάνει λαχανιασμένος. Τρέμει ολόκληρος.
 
– Καλώς τον, καλώς τον!
 
Θέλεις η χαρά που συνάντησε άνθρωπο, θέλεις το τρεχαλητό του και η αγωνία του, τον κάνουν να μην μπορεί ν’ αρθρώσει λέξη.
 
Ο παππούς τον πιάνει από τους ώμους και τον βάζει να κάτσει κοντά στη φωτιά, πάνω σ’ ένα μεγάλο κούτσουρο.
 
– Έλα, ξεκουράσου. Ηρέμησε λίγο και μετά τα λέμε. Τον σκεπάζει με μια παλιά τριμμένη κουβέρτα και του δίνει λίγο νερό. Ο Πείσμονας κάνει ώρα να συνέλθει. Βλέπει τον παππού ατάραχο να συνεχίζει τη μαγειρική του. Σκέφτεται πως δεν ξαφνιάστηκε καθόλου που τον είδε, λες και τον περίμενε. Εκείνος βγάζει από την κατσαρόλα του ένα ψάρι και το κόβει στα δύο. Ρίχνει και το ζουμί στα δύο ξύλινα πιάτα.
 
– Γι’ αυτό έπιασα μεγάλο ψάρι σήμερα. Ήταν που θα είχα φιλοξενούμενο. Είναι ποταμίσιο, θα σου αρέσει.
 
Έχει τέτοια πείνα, που και πέτρα βραστή να έτρωγε, πάλι θα του άρεσε. Τρώνε αμίλητοι. Με το ζεστό φαγητό και τη συντροφιά του παππού, ο Πείσμονας σιγά-σιγά ηρεμεί. Απορεί όμως
πώς δεν του κάνει καμιά ερώτηση. Δεν έχει την περιέργεια να μάθει πώς βρέθηκε ένα παιδί σ’ αυτή την ερημιά; Αποφασίζει να σπάσει εκείνος τη σιωπή.
 
– Ψάχνω να βρω την Εσύπολη. Μήπως την έχεις ακουστά;
 
– Ο παππούς χαμογελάει και κουνάει το κεφάλι του.
 
– Κάτι ξέρω, κάτι ξέρω.
 
Ο Πείσμονας πετάγεται όρθιος, τον αρπάζει από τους ώμους
και τον ταρακουνά.
 
– Λέγε, παππού, λέγε γρήγορα. Είναι κοντά; Τι ξέρεις;
 
– Βλέπω το φαγητό σε δυνάμωσε για τα καλά. Κάθισε κάτω, παιδάκι μου.
 
– Για να κάτσω είμαι; Πρέπει να μάθω τώρα αμέσως! Τρεις μέρες ψάχνω και δε βρήκα τίποτα.
 
– Εκατόν τρεις να ψάχνεις, πάλι τίποτα δε θα βρεις.
 
– Γιατί;
 
– Γιατί δεν ψάχνεις σωστά.
 
Ο Πείσμονας σταματά το χοροπηδητό και κάθεται.
 
– Άκουσε παππού, ό,τι έχεις να μου πεις, πες το. Εγώ δε θα γυρίσω στην Εγώπολη, αν δε βρω την Εσύπολη. Έχω πάρει οδηγίες από τη βασίλισσά μου.
 
Ο παππούς χαμογελάει.
 
– Εάν ακολουθήσεις τις οδηγίες της βασίλισσάς σου, τότε είναι που δεν πρόκειται να βρεις την Εσύπολη στον αιώνα τον άπαντα.
 
Ο Πείσμονας πετάγεται αναψοκοκκινισμένος, σα να τον τσίμπησε σφίγγα.
 
– Σέβομαι την ηλικία σου, παππού, αλλά σου απαγορεύω να μιλάς άσχημα για τη βασίλισσά μου.
 
– Επειδή βλέπω ότι είσαι πολύ κουρασμένος, καλύτερα να κοιμηθείς και τα λέμε αύριο.
 
– Εγώ δεν πρόκειται να κοιμηθώ!
 
– Ωραία, λοιπόν. Τότε πάω πρώτος για ύπνο. Έλα να σου δείξω πού θα ξαπλώσεις.
 
Ο Πείσμονας τρέμει από τα νεύρα του, αλλά προσπαθεί να το κρύψει, όσο μπορεί. Μπαίνουν στη σπηλιά. Είναι μικρή. Μετά βίας χωράει δύο άτομα. Στη μια μεριά έχει στρωμένη μία ψάθα.
 
– Εσύ ξάπλωσε εδώ και σκεπάσου μ’ αυτή την κουβέρτα, λέει ο παππούς.
 
Ο Πείσμονας θέλει να ρωτήσει πού θα ξαπλώσει εκείνος, γιατί άλλη ψάθα δε βλέπει. Δεν το κάνει όμως, γιατί ο θυμός δεν τον αφήνει. Στο κάτω κάτω αυτός είναι ο φιλοξενούμενος και είναι και παιδί. Ο παππούς ας κάνει ό, τι θέλει.
 
– Καληνύχτα, παιδί μου.
 
– Καληνύχτα, του λέει μουτρωμένα.
 
«Αχ και να μπορούσα να κοιμηθώ λίγο», σκέφτεται. «Μόλις ξημερώσει, θα σηκωθώ να φύγω. Εγώ θα βρω μόνος μου την Εσύπολη. Δεν έχω ανάγκη από κανέναν!».
 
 
Αφού στριφογύρισε για αρκετή ώρα σαν τη σβούρα, τον πήρε για λίγο ο ύπνος. Όταν άνοιξε τα μάτια του, ήταν ακόμη σκοτεινά και ο παππούς δεν ήταν εκεί. Βγήκε έξω και τον είδε πιο πέρα να κάθεται πάνω σε μια πέτρα και να κοιτάζει τον ουρανό. Τον πλησίασε. Τώρα που του πέρασε ο μεγάλος θυμός, θέλει να του μιλήσει. Δεν ξέρει όμως πώς ν’ αρχίσει.
 
– Αργεί πολύ να ξημερώσει;
 
– Όχι και πολύ. Θέλεις να φύγεις;
 
– Όχι ακόμα. Να, έλεγα, αν θέλεις να ξανακουβεντιάσουμε το θέμα.
 
– Όπως αγαπάς.
 
– Παππού, θέλω να με ακούσεις και να με βοηθήσεις.
 
– Όλους, παιδί μου, τους βοηθάω και κανέναν δεν περιφρονώ, γιατί πρέπει να ξέρεις ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη και από το μυρμήγκι ακόμα.
 
– Χθες το βράδυ όμως δεν ήθελες να με βοηθήσεις.
 
– Χθες η βιασύνη σ’ έκανε νευρικό, θύμωσες και ήταν αδύνατο να κουβεντιάσουμε. Η συζήτηση θέλει ηρεμία. Το καλύτερο φάρμακο εναντίον του θυμού είναι η σιωπή. Αλλιώς, πάνω στο θυμό, μπορεί να μιλήσεις άπρεπα.
 
– Έχεις δίκιο. Σήμερα είμαι πιο ήρεμος. Χθες πρέπει να έφται γε η κούραση.
 
– Σίγουρα, αυτό ήταν.
 
– Για πες μου λοιπόν, παππού, τι ξέρεις για την Εσύπολη;
 
– Η Εσύπολη, παιδί μου, είναι η πιο όμορφη πολιτεία που υπάρχει στον κόσμο.
 
– Πιο όμορφη από την Εγώπολη; Δεν το πιστεύω.
 
– Κάνε υπομονή ν’ ακούσεις. Αυτή η πολιτεία δεν έχει ούτε πανύψηλα τείχη, ούτε μεγάλα σπίτια. Αλλού είναι η ομορφιά της. Κανείς όμως δεν μπορεί να μπει στην Εσύπολη, αν δεν περάσει πρώτα από ένα μικρό, χαμηλό πέρασμα σαν τούνελ.
– Εγώ είμαι μικρός και σίγουρα θα χωράω.
 
– Δε νομίζω να καλοχωράς.
 
– Θα σκύψω τότε.
 
– Εδώ είναι το μυστικό. Για να περάσεις, δε φτάνει μόνο να σκύψεις το κεφάλι. Χρειάζεται πρώτα να μικρύνεις το Εγώ σου.
 
– Εδώ τώρα, παππού, μου τα μπέρδεψες.
 
Ο παππούς γελάει.
– Πρόσεξε, θα σου το εξηγήσω απλά. Τί σου είπε η βασίλισσά σου πριν φύγεις;
 
– Όπου βρίσκομαι, ό,τι κι αν κάνω, να λέω πάντα «πρώτα Εγώ».
 
– Λοιπόν, για να βρεις την Εσύπολη, πρέπει να κάνεις ακριβώς το αντίθετο. Πρώτα να βάζεις το Εσύ, πρώτα το καλό του άλλου.Να λες ότι ο συνάνθρωπός σου είναι σαν εσένα και καλύτερος.Όταν αυτό, όχι μόνο το λες, αλλά και το εφαρμόζεις, τότε το Εγώ σου μικραίνει.
 
– Και περνάω απ’ το στενό πέρασμα;
 
– Το περνάς άνετα. Κι άμα μπεις στην Εσύπολη, τότε θα δεις. Δε θα θέλεις ποτέ να φύγεις από εκεί.
 
– Εσύ σίγουρα από εκεί θα είσαι. Γιατί έφυγες;
 
– Δεν έφυγα. Απλώς κάθομαι εδώ, για να δείχνω το δρόμο σ’όποιον την ψάχνει.
 
– Έχει πολύ δρόμο ακόμα;
 
– Μπορεί να είναι και πολύ λίγος. Εξαρτάται από σένα.
 
– Δηλαδή;
 
– Καθώς θα πηγαίνεις, να προσέχεις πολύ τη σκέψη σου, το λογισμό σου. Πάντοτε να σκέφτεσαι το καλό. Όσο θα το κάνεις αυτό, ο δρόμος θα γίνεται εύκολος. Όταν όμως θα σκέφτεσαι το κακό, θα δυσκολεύεσαι και θα κοπιάζεις άσκοπα.
 
– Αυτά είναι μόνο;
 
– Ναι. Σου φάνηκαν εύκολα ή δύσκολα;
 
– Πανεύκολα. Ε, και να μην τα ξέρω από την αρχή! Τώρα θα ήμουν στην Εσύπολη!
 
– Κάλλιο αργά παρά ποτέ.
 
– Ξημέρωσε για τα καλά. Λέω να πηγαίνω.
 
– Φάε πρώτα κάτι και μετά.
 
Καθώς ο Πείσμονας τρώει, εκείνος τού ετοιμάζει λίγα τρόφιμα, να τα πάρει μαζί του.
 
– Άδικα τα βάζεις, παππού. Εγώ, εάν όχι για μεσημεριανό, για βραδινό πάντως θα είμαι σίγουρα στην Εσύπολη. Τι λες;
 
– Το εύχομαι. Αλλά, για καλό και για κακό, πάρ’ τα μαζί σου.
 
Μόλις ο ήλιος ξεμύτισε από το βουνό, ο παππούς ξεπροβόδισε τον Πείσμονα.
 
– Να πας, παιδί μου, στο καλό.
 
– Σ’ ευχαριστώ πολύ, παππού, για όσα μου είπες. Θέλεις να σου πω και την περίληψη, να δεις αν τα θυμάμαι;
 
– Σ’ ακούω.
 
– Πάνω απ’ όλα βάζω το καλό του πλησίον και πάντα έχω καλό λογισμό. Έτσι μικραίνει το Εγώ μου και μπαίνω στην Εσύπολη.
 
– Πολύ ωραία τα θυμάσαι. Να πας στο καλό και να ’χεις την ευχή μου.

 

Για να δείτε περισσότερα πατήστε εδώ:

http://www.stamoulis.gr/ViewShopProduct.aspx?ProductId=401449

Το προϊόν προστέθηκε στο καλάθι σας

 Περιεχόμενα καλαθιού
Δεν έχετε αρκετούς πόντους για να αγοράσετε αυτό το προϊόν!

 Περιεχόμενα καλαθιού
^BACK TO TOP