Stamoulis Publications Home Page

Ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο
εκδόσεις βιβλίων


Πατήστε εδώ για να μεταβείτε στην αρχική σελίδα των Εκδόσεων Σταμούλη Πατήστε εδώ για να εγγραφείτε στο e-shop και να κάνετε τις αγορές σας Είσοδος Πατήστε εδώ για να δείτε τη λίστα με τα προϊόντα που έχετε αποθηκεύσει Πατήστε εδώ για να τροποποιήσετε στοιχεία του λογαριασμού σας. Επικοινωνία
Αρχική Εγγραφή Είσοδος Λίστα Λογαριασμός Επικοινωνία
Αναζήτηση Σύνθετη Αναζήτηση
το καλάθι περιέχει
0 προϊόντα
Πατήστε εδώ για να δείτε τα περιεχόμενα του καλαθιού και να ολοκληρώσετε την παραγγελία σας.
επιλογή γλώσσας Ελληνικά English
Εγγραφή στην ηλεκτρονική μας ενημέρωση
Κατηγορίες
 
eBooks
 
 
Οικονομία & Διοίκηση
 
 
Γεωτεχνικές Επιστήμες
 
 
Εφηβικά
 
 
Θεολογία
 
 
Παιδικά
 
 
Θετικές Επιστήμες
 
 
Περιβάλλον - Ενέργεια
 
 
Ιατρική
 
 
Πληροφορική - Τεχνολογία
 
 
Δίκαιο
 
 
Εκπαίδευση - Κατάρτιση
 
 
Κοινωνικές Επιστήμες
 
 
Λεξικά
 
 
Διάφορα
 
 
Ιστορία - Λαογραφία
 
 
Μαγειρική
 
 
Πολιτική
 
 
Λογοτεχνία
 
 
Ανθοδετική
 
 
Πανεπιστημιακά
 
Οι εκδόσεις μας
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
RapidSSL
Google+

Αρχική > Άρθρα > Free Chapter > Επιχειρείν αλά ελληΝΙΚΑ


Επιχειρείν αλά ελληΝΙΚΑ

Ημερομηνία: 20/02/2012
 
Επιχειρείν αλά ελληΝΙΚΑ
ΜΕΛΙ ΑΤΤΙΚΗ
Το μέλι της Αττικής
Από τα αρχαία χρόνια, το μέλι της Αττικής και κατά κανόνα το περίφημο μέλι του Υμηττού (για το οποίο γίνονταν εκτενείς αναφορές στα αρχαία κείμενα) έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, χάρη κυρίως στο λεπτό αλλά ζωντανό άρωμα του θυμαριού. Την παράδοση αυτή ήρθαν να συνεχίσουν, τον 20ό αιώνα, δύο αδέρφια από τη Χίο, οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Πίττας.
 
Ταξιδεύουμε λοιπόν πίσω στο χρόνο και συγκεκριμένα στις αρχές της δεκαετίας του 1920, τότε που η Αττική ήταν ακόμη παρθένα, γεμάτη δάση και δεκάδες μικρές μελισσοκομικές μονάδες στους πρόποδές της να εκμεταλλεύονται το θυμάρι της. Τα χρόνια εκείνα, στην οδό Σωκράτους, εκεί όπου έχει την τιμητική του το εμπόριο τροφίμων, αναπτύσσεται το εμπόριο μελιού σε χύμα μορφή, χάρη κυρίως στους Μενιδιάτες που καταφθάνουν με ευμεγέθεις κάδους γεμάτους μέλι.
 
Εκεί, το 1928 ο Αλέξανδρος Πίττας μεταφέρει, από ένα υπόγειο της οδού Σοφοκλέους, ένα μαγαζάκι με τρόφιμα και μέλι, ακολουθώντας ουσιαστικά την οικογενειακή παράδοση, καθώς ο πατέρας του διατηρούσε για χρόνια μαγαζί με προϊόντα ντελικατέσεν αλλά και μέλι. Βέβαια, η ενασχόληση της οικογένειας Πίττα με το μέλι ξεκινάει πριν από το 1896 κοντά στην πλατεία Συντάγματος, με κατάστημα το οποίο υπήρξε τότε και προμηθευτής της βασιλικής αυλής.
 
Έχοντας στο πλευρό του και τον μικρότερο αδερφό του, τον Παναγιώτη, ο Αλ. Πίττας αντιλαμβάνεται από νωρίς τη χρησιμότητα και την εμπορική αξία του μελιού. Δεν θα αργήσει λοιπόν να διακόψει την πώληση των υπολοίπων τροφίμων και να εστιάσει τη δραστηριότητά του αποκλειστικά στο μέλι. Τα δυο αδέρφια αντιλαμβάνονται τις προοπτικές που ανοίγει η συσκευασία στη διάδοση και κατανάλωση του μελιού και προχωρούν σε μια ενέργεια πρωτοποριακή που άλλαξε ριζικά τον μέχρι τότε τρόπο εμπορίας και διακίνησης του μελιού. Το ελληνικό μέλι σε μικρές συσκευασίες στην αρχή, με την επωνυμία «Αττική»,την περιοχή δηλαδή από όπου συλλέγονταν, έχει τη δυνατότητα πια να φθάνει στις αγορές του κόσμου.
 
Οι δύο νέοι επιχειρηματίες είχαν ως αρχή να αγοράζουν θυμαρίσιο μέλι από τους μελισσοκόμους της Αττικής και στη συνέχεια εκλεκτές ποικιλίες ποιοτικού μελιού από όλη την Ελλάδα, προσπαθώντας πάντα να διατηρούν σταθερές γεύσεις. Όντας εξωστρεφείς, δεν θα αργήσουν να εξάγουν ένα μέρος της παραγωγής, ενώ συμμετέχουν στις μεγαλύτερες διεθνείς εκθέσεις κατορθώνοντας, στη δεκαετία του 1930, να αποσπάσουν διακρίσεις και βραβεία.
 
Δυστυχώς, ο πόλεμος και η Κατοχή θα ανακόψουν βίαια τη θετική πορεία της εταιρείας, η οποία θα επαναλειτουργήσει μετά το πέρας της Κατοχής, όταν θα καταφέρει να τονώσει πάλι το ενδιαφέρον για την ελληνική μελισσοκομία από τους παραγωγούς και να ανακτήσει το δίκτυο των χονδρεμπόρων της. Μάλιστα, με το περίφημο Σχέδιο Μάρσαλ θα αποσπάσει σημαντικά κεφάλαια, χάρη στα οποία θα μεταμορφωθεί σε μια σύγχρονη βιομηχανική μονάδα.
 
Η δεκαετία του 1950 βρίσκει την Αττική Μελισσοκομική Εταιρεία Αλεξ. Πίττας με νέες εγκαταστάσεις στο Περιστέρι και 30 άτομα προσωπικό. Είναι η εποχή που, χάρη στην έντονη διαφημιστική καμπάνια και τον εμπλουτισμό της γκάμας της με νέες συσκευασίες, αρχίζει να ξεφεύγει από τα στενά γεωγραφικά πλαίσια και να αποκτά παρουσία σε όλη σχεδόν την Ελλάδα αλλά και σε νέες αγορές στο εξωτερικό. ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, αλλά και αρκετές χώρες της Αφρικής θα γνωρίσουν το ελληνικό μέλι και θα αρχίσουν να απορροφούν ένα σημαντικό μέρος από τους 300 τόνους μελιού που συσκευάζει ετησίως η εταιρεία.
 
Η συνέχεια όμως είναι ακόμη καλύτερη, αφού τα δύο αδέρφια πείθουν τους μαγαζάτορες να βάλουν στα ράφια τους το «Μέλι Αττική» αλλά και ένα νέο προϊόν, το μέλι του δάσους με την επωνυμία «Φίνο». Στόχος, όπως διακήρυσσε και ο Αλ. Πίττας, ήταν «να τρώει μια κουταλιά μέλι ο κάθε Έλληνας». Όντως, σιγά σιγά η κατά κεφαλή κατανάλωση μελιού στη χώρα μας αρχίζει να διευρύνεται, με αποτέλεσμα στα τέλη της δεκαετίας του 1950 να ζουν από τη μελισσοκομία περισσότερες από 20.000 οικογένειες. Όσον αφορά την εταιρεία των αδερφών Πίττα δείχνει να κυριαρχεί στο χώρο, αφού ελέγχει το 50% της συνολικής κατανάλωσης μελιού, έχοντας πιο σημαντικό αντίπαλο το χύμα μέλι.
 
Μετά το 1972, όταν ήδη έχουν αποβιώσει και οι δύο ιδρυτές, η εταιρεία αντιμετωπίζει με επιτυχία την κρίσιμη ώρα για τη διάδοχη κατάσταση, οπότε η Ελένη Πίττα (σύζυγος του Αλέξανδρου) αναλαμβάνει μαζί με τα ανίψια της Γεώργιο και Αλεξάνδρα, παιδιά του Παναγιώτη Πίττα, την εταιρεία. Με σωστές και προσεγμένες προσπάθειες δημιουργείται τελικά μια πρότυπη οικογενειακή επιχείρηση που αντιμετωπίζει τον ελληνικό και διεθνή ανταγωνισμό, ενώ χτίζει διαχρονικές σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους μελισσοκόμους.
 
Σήμερα, η Αττική Μελισσοκομική Εταιρεία Αλεξ. Πίττας, που έχει τιμηθεί με δεκάδες βραβεία και διακρίσεις ποιότητας, κυριαρχεί στην ελληνική αγορά, ενώ δραστηριοποιείται σε 39 χώρες, με παρουσία σε επίλεκτα καταστήματα όπως τα Harrods του Λονδίνου. Εντέλει, οι δύο ιδρυτές της, ακόμη και αν δεν κατάφεραν «να πείσουν τον κάθε Έλληνα να τρώει μία κουταλιά μέλι την ημέρα», κατάφεραν να καταστήσουν το προϊόν τους συνώνυμο του ελληνικού μελιού.
 
ΜΕΛΙΣΣΑ
Το σύμβολο της εργατικότητας
 
Αν και τα ελληνικά ζυμαρικά μετρούν σχεδόν δύο αιώνες ζωής, αφού πρωτοεμφανίστηκαν στο Ναύπλιο το 1824, εντούτοις θα έπρεπε να μπει πολύ νερό στο αυλάκι μέχρι να εμφανιστούν ορισμένες βιομηχανίες ζυμαρικών που θα κατάφερναν να ανδρωθούν και να αντέξουν στο χρόνο. Μία από αυτές ήταν η βιομηχανία ζυμαρικών Μέλισσα, του Αλέξανδρου Κίκιζα, η οποία, μαζί με τον μεγάλο της ανταγωνιστή, τη Μίσκο, εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στον κλάδο των ζυμαρικών.
 
Η εμπορική ιστορία της οικογένειας Κίκιζα εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της Αρκαδίας, όπου γεννιέται το 1913 ο Αλέξανδρος Κίκιζας, ένα από τα 12 παιδιά του Γεωργίου και της Κανέλλας. Λίγο αργότερα, το 1920, τα δύο μεγαλύτερα αδέρφιά του ανοίγουν κατάστημα με «εδώδιμα-αποικιακά» δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού τους. Οι δουλειές πάνε αρκετά καλά και σύντομα αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν και σε άλλους τομείς.
 
Έτσι, λοιπόν, το 1925 ο Αθανάσιος, ο μεγαλύτερος εκ των αδερφών, καταφθάνει στην Αθήνα όπου ανοίγει κατάστημα τροφίμων στην οδό Λένορμαν, στο Μεταξουργείο. Το μαγαζί του σύντομα λειτουργεί ως πόλος έλξης και για τα άλλα αδέρφια, τα οποία εγκαταλείπουν την αγροτική ζωή και μεταβαίνουν στην πρωτεύουσα. Το νέο κατάστημα, στο οποίο πλέον απασχολούνται όλα τα αδέρφια της οικογένειας Κίκιζα, ευημερεί και μεγαλώνει σε μέγεθος, απασχολώντας συνολικά 35 υπαλλήλους. Μάλιστα, είναι εξοπλισμένο με δύο ταμειακές μηχανές, από τις πρώτες της εποχής, προκαλώντας το θαυμασμό και την περιέργεια των πελατών, ενώ αναλαμβάνει και διανομές κατ’ οίκον.
 
Οι Αθηναίοι γνωρίζουν ότι «στου Κίκιζα το μαγαζί» μπορούν να βρουν ό,τι επιθυμούν. Η φήμη του μπακάλικου εκτοξεύεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε η περιοχή να ονομασθεί «γειτονιά του Κίκιζα», με την ομώνυμη στάση λεωφορείου, ενώ ακόμη και ο μεγάλος ρεμπέτης της εποχής, ο Γιώργος Ζαμπέτας, τους αφιερώνει ένα τραγούδι.
 
Πριν ακόμη ξεσπάσει ο Β/ Παγκόσμιος Πόλεμος, η οικογένεια Κίκιζα έχει στη διάθεσή της, εκτός από το παντοπωλείο, μία ποτοποιία και έναν κυλινδρόμυλο. Συν τοις άλλοις, έχει αναθέσει στη μακαρονοποιία Δήμητρα την παρασκευή μακαρονιών, τα οποία ανέγραφαν τη φίρμα τους και διετίθεντο από το μπακάλικο. Το 1938 συνεταιρίζονται με τη Δήμητρα και τότε εμφανίζεται στο προσκήνιο ο νεαρός Αλέξανδρος, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση του μακαρονοποιείου.
 
Μετά τον πόλεμο, τα αδέρφια έχουν μεγαλώσει πια και αποφασίζουν να χωρίσουν τις δραστηριότητές τους. Τότε, ο Αλέξανδρος, μαζί με τον αδερφό του Γρηγόρη, ιδρύει μονάδα παραγωγής μακαρονιών στη Λεωφ. Κηφισού στην Αθήνα με την επωνυμία ΒΕΖΑΚ (Βιο-μηχανία Εκλεκτών Ζυμαρικών Αδελφών Κίκιζα). Ο ανταγωνισμός τα χρόνια εκείνα είναι μεγάλος, αφού τότε λειτουργούσαν στην Αθήνα περίπου 40 μικρές μονάδες τοπικής εμβέλειας τρεις δεκαετίες αργότερα θα είχαν απομείνει μόλις 12.
 
Η επωνυμία Μέλισσα, το σύμβολο της εργατικότητας, θα γεννηθεί το 1954, όταν ο Αλ. Κίκιζας, που πλέον κατείχε τα ηνία της εταιρείας, θα αναζητήσει ένα πιο εμπορικό όνομα. Ο ίδιος προχωρά στον εκσυγχρονισμό της μονάδας αγοράζοντας την πρώτη αυτόματη πρέσα, ενώ μέχρι το 1959 θα έχει αυτοματοποιηθεί όλη η γραμμή παραγωγής και ξήρανσης ζυμαρικών. Είναι η εποχή που ξεκινά η χρήση του σιμιγδαλιού, αντί του αλευριού, ως πρώτης ύλης, ενώ παρουσιάζονται τα πρώτα τυποποιημένα ζυμαρικά σε συσκευασίες του μισού κιλού, αντί των παραδοσιακών σακιών.
 
Αναζητώντας την τελειότητα, ο ίδιος ο ιδρυτής δεν παρέλειπε κάθε βράδυ να επισκέπτεται το εργοστάσιο, που λειτουργούσε και Σαββατοκύριακα αλλά και τα βράδια, προκειμένου να ελέγξει την ποιότητα του προϊόντος. Την ίδια στιγμή μηχανεύεται διάφορες ευρηματικές τακτικές προώθησης, όπως να φτιάχνει μεταλλικά ημερολόγια και να τα μοιράζει στα μπακάλικα, καθώς και να διαφημίζεται –γράφοντας ο ίδιος τα διαφημιστικά κείμενα– στο οπισθόφυλλο των δελτίων του ΠΡΟ-ΠΟ.
 
Σύμμαχο σε αυτήν τη δύσκολη προσπάθεια θα έχει το προσωπικό του, με το οποίο έχει φροντίσει να διατηρεί πολύ καλές σχέσεις. Συνήθιζε, μάλιστα, να εκδράμει μαζί τους αλλά και με τις οικογένειές τους, με λεωφορεία της εταιρείας, στο Φάληρο και το Σκαραμαγκά. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι σήμερα απασχολούνται στην εταιρεία πολλά παιδιά και εγγόνια παλαιοτέρων υπαλλήλων.
Όλα αυτά βοηθούν τη Μέλισσα να ξεπεράσει τα στενά γεωγραφικά όρια της Αττικής και να δραστηριοποιηθεί με μεγάλη επιτυχία στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και να εξαγάγει μεγάλες ποσότητες –32 τόνους το 1972– στην Αμερική, κατατάσσοντάς την ανάμεσα στις πρώτες φίρμες ζυμαρικών.
 
Ισχυρό πλήγμα για την εταιρεία θα αποτελέσει ο ξαφνικός θάνατος του Αλέξανδρου Κίκιζα το 1965, καθώς τα παιδιά του ήταν αρκετά μικρά για να μπορέσουν να αναλάβουν την εταιρεία. Σε αυτό τον έντονα ανδροκρατούμενο χώρο θα αναλάβει η σύζυγός του Κωνσταντίνα, η οποία θα κατορθώσει, μέχρι να αναλάβει ο γιος της Γεώργιος το 1975, να κρατήσει τη Μέλισσα στον ίσιο δρόμο.
Το 1980 δημιουργείται ένα νέο καθετοποιημένο συγκρότημα παραγωγής στη Λάρισα, δυναμικότητας 20.000 τόνων ετησίως. Η εταιρεία διαθέτει τις πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις στον κλάδο και οι πωλήσεις της, σε εσωτερικό και εξωτερικό, ανεβαίνουν κατακόρυφα.
 
Σήμερα, η εταιρεία Μέλισσα-Κίκιζας ΑΒΕΕ Τροφίμων, που μέσω εξαγορών έχει εμπλουτιστεί με τις μάρκες «Στέλλα», «Βλάχα», «Γλυκά Καζινό», «Avez», «Primo Gusto»,«Deveta», «Pummaro» και τις κομπόστες «Del Monte», συγκαταλέγεται, με τζίρο 65 εκατ.ευρώ και παραγωγές που ξεπερνούν τους 50.000 τόνους ετησίως, ανάμεσα στις κορυφαίες εταιρείες τροφίμων στην Ελλάδα. Εξακολουθεί δε να παραμένει ελληνική, με την τρίτη γενιά Κίκιζα, τον Αλέξανδρο και την Κωνσταντίνα, να έχουν αναλάβει τα ηνία της επιχείρησης και να συνεχίζουν έτσι την 60χρονη ιστορία της.
 
ΠΑΥΛΙΔΗΣ
Είναι αυτό που το λέμε σοκολάτα
 
Αν και η ιστορία της σοκολάτας χάνεται στα βάθη των αιώνων, στη χώρα μας θα την έφερνε μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα ένα φιλόδοξος, διορατικός και πολυταξιδεμένος νεαρός, ο Σπυρίδων Παυλίδης, ο οποίος όχι μόνο θα ίδρυε την πρώτη εταιρεία –μαζί με την Εθνική Τράπεζα που ιδρύθηκε το ίδιο έτος– που λειτούργησε στην Αθήνα, αλλά θα κατάφερνε να ταυτίσει το όνομά του με τη σοκολάτα.
Ας γυρίσουμε όμως το χρόνο πίσω, στο 1840, όταν ο Σπυρίδων Παυλίδης, γόνος επιτυχημένου κατασκευαστή πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν στην Ελληνική Επανάσταση, ανοίγει στη γωνία των οδών Αιόλου και Βίσσης, στο κέντρο της Αθήνας, ένα τυπογραφείο. Εκεί εξέδιδε έργα διανοουμένων που ήταν αντίθετοι με το απολυταρχικό καθεστώς του βασιλιά Όθωνα, ενώ τύπωσε και έναν τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους. Σύντομα, όμως, θα διαπίστωνε ότι αυτή η ενασχόληση δεν ανταποκρινόταν στις φιλοδοξίες του, οπότε το παραχώρησε σε άλλο μέλος της οικογένειάς του.
 
Τότε ήταν που αποφάσισε να ταξιδέψει στην Ευρώπη, όπου και παρέμεινε για αρκετούς μήνες. Διψασμένος για γνώση, θα εντυπωσιαζόταν από την ανάπτυξη, τις καινοτομίες και τις τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της παραγωγής, αλλά και από ένα άγνωστο για τους Έλληνες προϊόν, τη σοκολάτα. Ο νεαρός θα επέστρεφε πίσω έχοντας αποκτήσει τα κατάλληλα εφόδια και τις γνώσεις για να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση.
 
Ήταν λοιπόν το 1841, όταν, εκεί που κάποτε βρισκόταν το τυπογραφείο του, θα ανοίξει το μαγαζί πάνω στο οποίο θα έκτιζε τον επιχειρηματικό του μύθο, το περίφημο «Γλυκισματοποιείον», το οποίο προσέφερε στους Αθηναίους εξαιρετικά γλυκίσματα, όπως μπακλαβά, λουκούμια και κουφέτα. Σύντομα το κατάστημά του θα αποτελέσει σημείο αναφοράς όχι μόνο των κατοίκων της νεοσύστατης πρωτεύουσας, αλλά και των ξένων, κυρίως στρατιωτικών και διπλωματών.
 
Τα καλύτερα, όμως, δεν είχαν έρθει ακόμη. Το 1852 είχαν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες για την εμφάνιση ενός νέου γλυκίσματος, της «τσοκολάτας», όπως την αποκαλούσε ο δημιουργός της, την οποία οι Αθηναίοι καταναλωτές αγκαλιάζουν με θέρμη. Πεπεισμένος για τα θρεπτικά συστατικά αυτής, ο Σπ. Παυλίδης την προωθούσε και ως φάρμακο.
 
Μάλιστα, ο ιδρυτής, αναζητώντας τρόπους για την ποιοτική αναβάθμιση της σοκολάτας του, φροντίζει σε ένα από τα πολυάριθμα ταξίδια του να φέρει έναν χειροκίνητο μύλο του καφέ, καθώς και όλα τα απαραίτητα εξαρτήματα που απαιτούνταν. Λίγο αργότερα, το 1861, θα βγάλει έναν ακόμη άσο από το μανίκι του, τη σοκολάτα «Υγείας», χάρη στην οποία θα κέρδιζε πληθώρα βραβείων.
 
Δίχως να επαναπαυτεί στις δάφνες του, στέλνει τους υπαλλήλους του στο εξωτερικό για να μυηθούν στον κόσμο της σοκολάτας, ενώ το 1867 αποφασίζει να συμμετάσχει με δικά του έξοδα στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού. Κάτι παραπάνω από 21.000 φράγκα τού κόστισε η συμμετοχή, όμως η προσπάθειά του ανταμείφθηκε με δύο χάλκινα βραβεία. Εξετάζει ακόμη και την περίπτωση να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στο εξωτερικό, χωρίς όμως να καταφέρει να λάβει χρηματοδότηση από επίσημο φορέα.
 
Η επόμενη καινοτομία έρχεται το 1871, όταν σε μια προσπάθεια ανανέωσης του εξοπλισμού εισάγει το πρώτο ατμοκίνητο μηχάνημα παραγωγής σοκολάτας. Όπως περιγράφει ο απόγονός του Δημήτριος Παυλίδης, «το γεγονός εθεωρήθη ως μέγα και ο αθηναϊκός λαός συνωστιζόταν σε ατελείωτες ουρές μπροστά στο εργαστήριο για να θαυμάσει ή να...τρομάξει με την ατμομηχανή».
 
Το 1876, ο ιδρυτής καταγράφει στο ημερολόγιό του με υπερηφάνεια ότι «ετιμήθη αυτό το κατάστημά μου με δύο πολύτιμα παράσημα, οιόν παρά του Μ. Αυτοκράτορος της Αυστρίας, τον Σταυρόν των ιπποτών του υψηλοτάτου τάγματος του Φραγκίσκου Ιωσήφ. Έτερον δε παρά του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου, τον Αργυρούν Σταυρόν του Σωτήρος». Την ίδια δε χρονιά ανεγείρεται το εργοστάσιο Παυλίδη, στην οδό Πειραιώς, όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα.
 
Έχοντας πια εκπληρώσει το έργο του, ο Σπυρίδων Παυλίδης, ο οποίος παρέμεινε άκληρος, αποφασίζει σιγά σιγά να αποσυρθεί και να παραδώσει τα ηνία της επιχείρησης, αλλά και την περιουσία του, στην επόμενη γενιά, στα πέντε ανίψια του. Όμως και οι απόγονοί του θα αποδειχθούν άξιοι συνεχιστές του οράματος του ιδρυτή.
 
Υπό την ηγεσία του Αλέξανδρου Παυλίδη, γιου του Δημητρίου, στη δεκαετία του 1920 ανακαινίζεται και εκσυγχρονίζεται το εργοστάσιο, το οποίο αναδεικνύεται σε πρότυπη βιομηχανική μονάδα της εποχής. Μετά τον ξαφνικό θάνατό του, σε ηλικία μόλις 54 ετών, θα αναλάβει η σύζυγός του, η Ελένη Παυλίδη, η οποία θα μετασχηματίσει την εταιρεία σε ανώνυμη εταιρεία.
 
Την ίδια εποχή, στην Ελλάδα αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτοι ανταγωνιστές, χωρίς όμως να μπορέσουν να απειλήσουν την πρωτοκαθεδρία της ιστορικής σοκολατοποιίας, η οποία, μετά το θάνατο του Γεωργίου Παυλίδη το 1986, τελευταίου μέλους της οικογένειας που ανέλαβε την εταιρεία, θα προσδεθεί στο άρμα της Jacobs Suchard και μετέπειτα της Kraft Foods.
 
ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ
Η εταιρεία φαινόμενο
 
Όταν ένας εκπρόσωπος γερμανικής ομάδας εμπειρογνωμόνων επισκέφτηκε την αλυσίδα Σκλαβενίτης και ενημερώθηκε ότι η εν λόγω εταιρεία, μολονότι διέθετε μόλις 36 καταστήματα –όλα στην Αττική–,είναι η πλέον κερδοφόρος ελληνική αλυσίδα τροφίμων, ξεστόμισε με έκπληξη:«Αυτή η εταιρεία αποτελεί φαινόμενο». Όλα αυτά για μια επιχείρηση που δεν έχει διαφημιστεί ποτέ στην τηλεόραση και η οποία, σε πείσμα των παγκοσμιοποιημένων καιρών, αρνείται με σθένος να πουληθεί σε πολυεθνικούς ομίλους.
 
Η ιστορία της οικογένειας Σκλαβενίτη διαδραματίζεται στη Λευκάδα, στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα. Εκεί, ο Γεράσιμος Σκλαβενίτης, πατέρας τεσσάρων παιδιών, δραστηριοποιείται εμπορικά εισάγοντας ξύλο και εξάγοντας κρασί. Η εταιρεία του ήταν άκρως επιτυχημένη, τουλάχιστον έως το 1936, όταν συνέβη ένα ατύχημα σε μια μεγάλη παρτίδα εμπορευμάτων που προορίζονταν για το εξωτερικό.
Η οικονομική ζημιά μπορεί να ήταν δυσβάσταχτη, όμως, σε μια εποχή όπου η αποτυχία αποτελούσε στίγμα για την προσωπικότητα κάποιου, θα ωχριούσε μπροστά στη ζημιά που υπέστη η αξιοπιστία και η φήμη της οικογένειας. Αναγκασμένη κατά κάποιο τρόπο αλλά και αναζητώντας ένα νέο ξεκίνημα, η οικογένεια Σκλαβενίτη καταφθάνει στην Αθήνα, όπου δυστυχώς οι συνθήκες δεν είναι και οι πλέον ιδανικές, λόγω του επικείμενου πολέμου.
 
Στην Κατοχή, η φτωχή οικογένεια θα δοκιμαστεί σκληρά και θα λυγίσει, αφού και οι δύο γονείς λιμοκτονούν και πεθαίνουν.
Τότε, ως προστάτης της οικογένειας αναλαμβάνει ο μεγαλύτερος γιος, ο 18χρονος Ιωάννης, ο οποίος κρατάει τα λογιστικά βιβλία σε μια βιοτεχνία οικιακών σκευών. Στη βιοπάλη θα μπει σύντομα και ο μικρότερος αδερφός του, ο Σπύρος, που θα απασχοληθεί σε εργοστάσιο σαπωνοποιίας αλλά και στον Ερυθρό Σταυρό ως φύλακας. Εικάζεται, μάλιστα, ότι αναπτύσσουν και πολεμική δράση σε ομάδα κρούσης με έδρα τα Πετράλωνα, αν και κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ από την ιδιαίτερα φειδωλή οικογένεια.
 
Η πρώτη επιχειρηματική δραστηριότητα των δύο αδερφών συμπίπτει με το τέλος του πολέμου, όταν αρχίζουν να διαθέτουν στην κεντρική αγορά κανναβούρι, κεχρί, καθώς και είδη πρώτης ανάγκης. Σύντομα θα στραφούν στο εμπόριο μπαχαρικών και ειδών μαναβικής, όπου θα γνωρίσουν τον Μιλτιάδη Παπαδόπουλο, με τον οποίο το 1954 προχωρούν στη σύσταση χονδρεμπορικής εταιρείας, της Σκλαβενίτης & Σία, με αντικείμενο την πώληση τροφίμων και έδρα τα Πετράλωνα.
 
Λίγα χρόνια αργότερα, οι τρεις φίλοι αποφασίζουν να εκμεταλλευτούν ένα νέο μέσο, το τηλέφωνο, το οποίο είχε αρχίσει να διεισδύει στο μέσο ελληνικό νοικοκυριό. Πρωτοτυπούν, λοιπόν, ιδρύοντας δίπλα στον Κηφισό, σε μια περιοχή που τότε υπήρχαν μόνο χωράφια, την ΤΗΛΕΞΥΠ, την πρώτη εταιρεία τηλεφωνικών παραγγελιών στην Ελλάδα.
 
Χάρη στις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές της, η πρώτη εταιρεία τύπου delivery στην Ελλάδα θα γινόταν γνωστή σε όλο το λεκανοπέδιο και ουσιαστικά θα αποτελούσε τον προάγγελο για την ενασχόληση των τριών ανδρών με τα σουπερμάρκετ. Όντως, το 1969, στο τέλος μιας δεκαετίας που η χώρα μας γνώρισε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ιδρύεται το πρώτο σουπερμάρκετ της εταιρείας, το οποίο ήταν και το μεγαλύτερο στη χώρα, με χώρους πώλησης που έφθαναν τα 2.000 τ.μ.
 
Υιοθετώντας ως σλόγκαν το «τόσο φθηνά, όσο πουθενά» και με την άριστη ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών που προσέφερε (λέγεται ότι οι εργαζόμενοι της εν λόγω αλυσίδας είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι στο χώρο των σουπερμάρκετ – αρκετοί δε θα έπαιρναν σύνταξη από την εταιρεία), το νέο κατάστημα θα προσελκύσει ορδές πελατών, ενώ θα ανοίξει την όρεξη των ιδρυτών, που μέσα στα επόμενα χρόνια θα ανοίξουν άλλα δύο καταστήματα, στο Περιστέρι και στα Καμίνια.
 
Όλα αυτά ωθούν και τον τρίτο αδερφό, που έως τότε είχε επιλέξει την καριέρα στρατιωτικού, τον Νάσο Σκλαβενίτη, να προσχωρήσει στην εταιρεία· εντέλει, εκτός νυμφώνος έμεινε μόνο η Θεοδώρα, το πρωτότοκο τέκνο, αφού τα χρόνια εκείνα δεν ήταν «πρέπον» –ιδιαίτερα σε συντηρητικές οικογένειες– για μια γυναίκα να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις.
 
Έκτοτε η ανάπτυξη είναι σταθερή, αφού μέχρι το 1993, χρονιά θανάτου του Ιωάννη Σκλαβενίτη, θα ιδρυθούν, κυρίως σε περιοχές όπου έως τότε βασίλευαν τα μπακάλικα, 26 νέα καταστήματα – σήμερα η εταιρεία διαθέτει 71 καταστήματα (από αυτά, τα 35 λειτούργησαν από το 2006 και μετά). Παρά τη συνειδητή απόφαση να μην επεκταθεί η αλυσίδα εκτός Αττικής, η κερδοφορία και οι πωλήσεις της παρέμεναν όλα αυτά τα χρόνια σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, τραβώντας την προσοχή ξένων ομίλων που κατά καιρούς έκαναν δελεαστικές προτάσεις.
 
Παροιμιώδης ήταν η λευκή επιταγή που προσέφερε το 1999 ο τότε μάνατζερ της Carrefour, για να εισπράξει την ευγενική απάντηση από τον Σπύρο Σκλαβενίτη: «Μα δεν καταλάβατε, δεν σκοπεύουμε να πουλήσουμε». Η απάντηση του εκνευρισμένου μάνατζερ ήταν μάλλον αλαζονική: «Σε πέντε χρόνια θα αναγκαστείτε να πουλήσετε, αλλά με τους δικούς μας όρους». Μπορεί τα πέντε χρόνια να πέρασαν και ο Σπύρος Σκλαβενίτης, ο τελευταίος επιζών εκ των ιδρυτών, να πέθανε το 2006, όμως τα παιδιά του, που εξαγόρασαν τις μετοχές από τους απογόνους των υπολοίπων ιδρυτών, εξακολουθούν να διακατέχονται από το ίδιο ακριβώς δόγμα: να παραμείνει η επιχείρηση ανεξάρτητη και ελληνική.

 

Το προϊόν προστέθηκε στο καλάθι σας

 Περιεχόμενα καλαθιού
Δεν έχετε αρκετούς πόντους για να αγοράσετε αυτό το προϊόν!

 Περιεχόμενα καλαθιού
^BACK TO TOP